Η ακρίβεια τρέχει γρηγορότερα από τους μισθούς και το διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται

Του Βασίλη Κορκίδη 

Προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς και Προέδρου του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής

Θετικό αντίκτυπο αναμένεται να έχει στην αγορά, εκτός από την Κυβέρνηση, η επίσπευση των διαδικασιών της αύξησης του κατώτατου μισθού, συνοδευόμενη με την προβλεπόμενη περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Αναφορικά με το ύψος του κατώτατου μισθού και με τον υπολογισμό των αμοιβών σε 12μηνη βάση, η Η Ελλάδα μεταξύ των χωρών της ΕΕ βρίσκεται στην 11η θέση μετά την Πορτογαλία και πριν την Μάλτα.

Η Κομισιόν προχωρά μάλιστα σε μια ενιαία διαδικασία, ώστε οι χαμηλόμισθοι να αμείβονται επαρκώς και αξιοπρεπώς. Άλλωστε τα υψηλά επίπεδα του επίμονου πληθωρισμού επιβεβαιώνουν πως η ακρίβεια τρέχει πολύ γρηγορότερα από τους μισθούς, με αποτέλεσμα την δραστική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της εγχώριας κατανάλωσης. Αντίστοιχα, προβληματισμό δημιουργεί η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων τον χειμώνα, που άλλωστε επιβαρύνονται με το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος. Το επίπεδο της νέας αύξησης προβλέπεται να κυμανθεί λίγο πάνω από 5%, ώστε σημειολογικά να επιστρέψει ο κατώτατος μισθός στα προ μνημονιακά 751 ευρώ.

Βεβαίως πολλά θα κριθούν από την ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2022 και τις προβλέψεις για το 2023, αλλά και από τις αντοχές του ιδιωτικού τομέα, ειδικά σε μια περίοδο που το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά αυξημένο. Υπενθυμίζεται ότι με δύο αυξήσεις εντός του 2022, ο μικτός κατώτατος μισθός που αμείβονται 600.000 εργαζόμενοι είναι 713 ευρώ, μετά τα 586 ευρώ του 2012 και τα 650 ευρώ του 2019.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΕΦΚΑ ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα είναι σήμερα 820 ευρώ καθαρά και 954 ευρώ μικτά. Έχουμε το 72%των εργαζομένων να είναι πλήρους απασχόλησης, δηλαδή περίπου 1,8 εκατ. με μέσο μισθό 1.174 ευρώ, αλλά έχουμε και ένα 28% μερικής απασχόλησης που παίρνουν 398 ευρώ. Αυτές είναι οι ανισότητες που πρέπει να έρθουν σε μια ισορροπία, να κλείσει το χάσμα των μισθών και πολύ σωστά κατά την άποψη μου εξετάζεται από την Κυβέρνηση να επισπεύσει την έναρξη του κοινωνικού διαλόγου το φετινό φθινόπωρο για την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ στις αρχές του 2023. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να αποφασίσει ο Πρωθυπουργός να κάνει μια τέτοια ανακοίνωση αναπροσαρμογής μισθών στη ΔΕΘ, που αφενός θα ικανοποιεί τους εργαζόμενους και αφετέρου θα έχει θετικό δημοσιονομικό αποτύπωμα, καθώς αυξάνει τα έσοδα από εισφορές και φόρο εισοδήματος.

Η Κυβέρνηση έχει επίσης δεσμευτεί για συνολική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών την τετραετία κατά 5% και έχει υλοποιήσει μειώσεις 4,4%. Άρα μπορεί ταυτόχρονα να προσθέσει το υπόλοιπο 0,6% με δημοσιονομικό κόστος περίπου 155 εκατ. ευρώ, που όμως με την διεύρυνση της βάσης των αμοιβών και την μείωση της ανεργίας μπορεί να καλύψει το δημοσιονομικό κόστος. Ο συνδυασμός αύξησης μισθών με μείωση εισφορών θα αποτρέψει τις πιθανές αντιρρήσεις, παρά το γεγονός πως οι μικρομεσαίοι εργοδότες δεν είδαν φοβικά τις δύο αυξήσεις του 2022 και το ίδιο θα πράξουν με την αύξηση του 2023.

Άλλωστε η απόφαση της περαιτέρω αύξησης του κατώτατου μισθού και της υπόλοιπης μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως εντός του 2023. Άρα λοιπόν, η επίσπευση της ανακοίνωσης για ενίσχυση των εισοδημάτων των χαμηλόμισθων, πριν τις εκλογές του 2023, θεωρείται εκτός από επιτακτική και αναμενόμενη. Εάν μάλιστα η ελληνική οικονομία κάνει την έκπληξη και αναπτυχθεί κοντά στα επίπεδα του 5% το 2022, τότε θα δικαιολογεί απόλυτα την αύξηση του 5% που χρειάζεται ο κατώτατος μισθός, ώστε να επανέλθει μετά από 11 χρόνια στα 751 ευρώ. Αυτό που πρέπει να απαντήσουμε οι μικρομεσαίοι εργοδότες είναι εάν αντέχουμε σήμερα να δώσουμε μια αύξηση, που γνωρίζουμε πως με τη ροπή κατανάλωσης θα επιστρέψει πολλαπλασιαστικά στην αγορά και τον τζίρο μας.