Κρασί: Πόσο επηρεάζει την υγεία μας η μέτρια κατανάλωση – Τι δείχνουν δύο έρευνες

Το δείχνει η σύγκριση μεταξύ της κατανάλωσης κρασιού και άλλων αλκοολούχων ποτών
Δύο μελέτες που διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνουν τις επιπτώσεις τις μέτριας κατανάλωσης κρασιού και κατά πόσον συσχετίζεται με βλαβερές συνέπειες για τον οργανισμό μας.
Η πρώτη, όπως αναφέρει το ΚΕΟΣΟΕ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν παρατηρήθηκε καμία συσχέτιση μεταξύ της μέτριας κατανάλωσης και της θνησιμότητας από καρκίνο», ενώ η δεύτερη αναδεικνύει αξιοσημείωτες διαφορές ανάλογα με το είδος του ποτού που καταναλώνεται, με τα αποτελέσματα να είναι σαφώς πιο ευνοϊκά για το κρασί.
Συγκεκριμένα, η αμερικανική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στο Journal of General Internal Medicine, είχε ως στόχο να αξιολογήσει την ειδική επίδραση της ποσότητας του καταναλωνόμενου αλκοόλ στη θνησιμότητα από καρκίνο. Οι ερευνητές απαντούσαν με αυτόν τον τρόπο στην προειδοποίηση που είχε εκδώσει τον Ιανουάριο του 2025 ο Επικεφαλής Δημόσιας Υγείας των ΗΠΑ (Surgeon General), ο οποίος συνέδεε κάθε κατανάλωση αλκοόλ – «ανεξαρτήτως είδους» – με τον κίνδυνο καρκίνου.
Θεωρώντας ότι η εν λόγω προειδοποίηση βασιζόταν σε δεδομένα που παρουσίαζαν «σημαντικούς περιορισμούς», οι συγγραφείς στηρίχθηκαν στην πληθυσμιακή ομάδα REGARDS, η οποία περιλαμβάνει 30.239 ενήλικες άνω των 45 ετών. Τα επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ ταξινομήθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες:
- Καμία
- Χαμηλή: έως 3 ποτά την εβδομάδα
- Μέτρια: 4 έως 7 ποτά/εβδομάδα για τις γυναίκες και 4 έως 14 για τους άνδρες
- Υψηλή: πάνω από 7 ποτά/εβδομάδα για τις γυναίκες και πάνω από 14 ποτά/εβδομάδα για τους άνδρες
Μετά από μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 13,3 ετών και κατόπιν προσαρμογής των διαφόρων παραγόντων κινδύνου, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η χαμηλή κατανάλωση αλκοόλ σχετιζόταν με μείωση κατά 11% του κινδύνου καρκίνου, ενώ η υψηλή κατανάλωση συνδεόταν με αύξηση κατά 21% αυτού του κινδύνου. Για τους μέτριους καταναλωτές, δεν διαπιστώθηκε καμία συσχέτιση με τη θνησιμότητα από καρκίνο. Για σύγκριση, οι μη προσαρμοσμένες αναλύσεις έδειχναν μείωση του κινδύνου κατά 18% για τη χαμηλή κατανάλωση και αύξηση κατά 37% για την υψηλή κατανάλωση.
Αν και οι ερευνητές συνιστούν «προσοχή πριν ερμηνευτεί η κατανάλωση αλκοόλ ως ευεργετική όσον αφορά τον κίνδυνο καρκίνου», τονίζουν παράλληλα την ανάγκη «να ξεπεράσουμε την απομονωμένη ανάλυση ενός και μόνο παράγοντα του τρόπου ζωής ή της υγειονομικής συμπεριφοράς, ώστε να υιοθετήσουμε μια πιο σφαιρική και ολοκληρωμένη προσέγγιση των ατομικών συμπεριφορών, η οποία θα περιλαμβάνει τη φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα, τη διατροφή και την κατανάλωση αλκοόλ».
Σε μια δεύτερη μελέτη, δημοσιευμένη στο Journal of the American College of Cardiology που βασίζεται στα δεδομένα περισσότερων από 340.000 Βρετανών ενηλίκων η κατανάλωση αλκοόλ ποσοτικοποιήθηκε προκειμένου να αξιολογηθεί η συσχέτισή της με τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, καθώς και με τους θανάτους από καρκίνο και καρδιαγγειακά νοσήματα.
- Η κατανάλωση χαρακτηρίστηκε ως χαμηλή όταν κυμαινόταν μεταξύ 20g την εβδομάδα και 20g την ημέρα για τους άνδρες, και 20g την εβδομάδα και 10g την ημέρα για τις γυναίκες. (Ως σημείο αναφοράς, ένα ποτήρι κρασί 150 ml περιέχει περίπου 14g καθαρής αλκοόλης).
- Η μέτρια κατανάλωση αντιστοιχούσε σε 20g έως 40g την ημέρα για τους άνδρες και 10g έως 20g για τις γυναίκες.
- Η υψηλή κατανάλωση ορίστηκε πάνω από τα 40g την ημέρα για τους άνδρες (δηλαδή περίπου 3 ποτήρια) και πάνω από τα 20g για τις γυναίκες.
Σε σύγκριση με όσους απείχαν ή ήταν περιστασιακοί πότες (λιγότερο από 20g την εβδομάδα), η υψηλή κατανάλωση συνδεόταν με αύξηση κατά 24% του κινδύνου θνησιμότητας από κάθε αιτία. Ο κίνδυνος αυτός ανερχόταν σε 36% για τη θνησιμότητα από καρκίνο και σε 14% για τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Αντίθετα, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ξεκάθαρα διαφορές ανάλογα με το είδος του ποτού που καταναλώνεται: ενώ η κατανάλωση μπύρας, αποσταγμάτων (σκληρών ποτών) ή μηλίτη, ακόμη και σε χαμηλό ή μέτριο επίπεδο, σχετιζόταν με σημαντική αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας, η ισοδύναμη κατανάλωση κρασιού συνδεόταν με σαφώς μικρότερο κίνδυνο.
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι μέτριοι καταναλωτές κρασιού παρουσίαζαν κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακό νόσημα χαμηλότερο κατά 21% σε σχέση με τα άτομα που δεν κατανάλωναν ποτέ ή κατανάλωναν περιστασιακά. Αυτό το όφελος δεν παρατηρήθηκε για τα άλλα είδη αλκοολούχων ποτών, για τα οποία ακόμη και η χαμηλή κατανάλωση σχετιζόταν με αύξηση κατά 9% του κινδύνου καρδιαγγειακής θνησιμότητας σε σύγκριση με όσους απείχαν ή έπιναν περιστασιακά.
Επικαλούμενοι την παρουσία πολυφαινολών και αντιοξειδωτικών στο κρασί, οι ερευνητές υπογραμμίζουν επίσης ότι «το κρασί καταναλώνεται συχνότερα κατά τη διάρκεια των γευμάτων και από άτομα που έχουν καλύτερης ποιότητας διατροφή καθώς και, γενικότερα, πιο υγιεινές συνήθειες διαβίωσης».
Με πληροφορίες από ΚΕΟΣΟΕ
Ακολουθήστε το foodlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις










