«Κλειδί» για τον βιώσιμο μετασχηματισμό η συνεργασία

Του Βασίλη Κορκίδη 

Προέδρου του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής και Προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά  

Είμαστε στο «και πέντε» μιας επισιτιστικής κρίσεως οι αιτίες της οποίας είναι λίγο ως πολύ γνωστές. Με δεδομένο ότι η κρίση γεννά ευκαιρίες ίσως είναι τώρα η ευκαιρία για την σχηματοποίηση μίας ολιστικής πολιτικής που αφ’ ενός να απαντά στις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο πρωτογενής τομέας στην Αττική και αφ’ ετέρου να αναπτυχθεί ένα ιδιόμορφο «cluster» παραγωγής, διακίνησης και εκμετάλλευσης αγροτικών προϊόντων της Περιφέρειας Αττικής.

Είναι προφανές ότι δεν «κομίζουμε γλαύκας» καθώς είναι αυτονόητο πως πρέπει να προστατευτεί το εισόδημα των αγροτών που έχουν εναπομείνει ενεργοί εντός των ορίων, να δοθούν κίνητρα στους νέους καλλιεργητές, να προωθηθούν τα παραδοσιακά προϊόντα και να αναπτυχθεί η εξωστρέφεια και η ανταγωνιστικότητα βασισμένη στο δίπτυχο ταυτότητα-ποιότητα. Δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι η συμμετοχή του πρωτογενή τομέα παραγωγής στην Αττική είναι πολύ μικρή ποσοτικά έχει ωστόσο σημαντικά ποιοτικά και δυναμικά χαρακτηριστικά που της δίνουν προοπτική και μας επιβάλλουν να χαράξουμε και να εφαρμόσουμε πολιτικές που θα τη στηρίξουν αλλά και τις αναγκαίες συνέργειες. 

Η αγροτοδιατροφή ως όρος είναι γνωστός, που έχει εμπεδωθεί στο ευρύ κοινό. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια καταναλωτική συμπεριφορά, η οποία διαμεσολαβούμενη από το μορφωτικό επίπεδο, τους φορείς υγείας, την ανάγκη για «σύνδεση» και ταύτιση με την πατρίδα και τη «μάνα γη», την περιβαλλοντική συνείδηση, αλλά και την ανάγκη για «διακεκριμένη κατανάλωση»- κυρίως από ανώτερα οικονομικά στρώματα, συστήνει την επιστροφή στα παραδοσιακά, στα ιδιότυπα τοπικά προϊόντα. Αυτή η μετα-καταναλωτική συμπεριφορά «σπρώχνει» ολοένα και περισσότερο στην ανάγκη δημιουργίας ανώτερων προϊόντων, με προστιθέμενη αξία, που αφορά είτε την πραγματική ποιότητα της πρώτης ύλης, είτε την πιστοποιημένη ποιότητα, είτε τη συμβολική ποιότητα.

Αν στρέψουμε στον πλούτο της Αττικής γης, στο μέλι Αττικής και μέλι Κυθήρων, στο κρασί, στο λάδι, στα κηπευτικά υπαίθρου και θερμοκηπίου, στα παραδοσιακά της προϊόντα εύκολα θα διακρίνουμε «αποχρώσες» ευκαιρίες αξιοποίησης των «Brand names», όπως επι παραδείγματος η Αίγινα και το μοναδικό της φιστίκι. Ήδη «διάσημες» στο εξωτερικό εκπομπές υψηλής, και όχι μόνο, μαγειρικής έχουν ενσωματώσει το φιστίκι σε συνταγές που κάνουν θραύση. Αλλά είναι αρκετό αυτό; Στο ερώτημα η απάντηση είναι όχι. Στην Περιφέρεια Αττικής υπάρχουν νησιά που βρίσκονται κοντά στην Αθήνα όπου δημιουργήθηκε τις περασμένες 10ετίες ένα σημαντικό τουριστικό άλμα, στηριζόμενο κυρίως σε εισερχόμενες τουριστικές ροές από το εξωτερικό. Αυτές τις ροές πρέπει να τις αξιοποιήσουμε ώστε να καταστούν πρεσβευτές των προϊόντων της Αττικής γης. Και πως γίνεται αυτό;

Μα μέσω της ανάπτυξης συνεργειών με τα τουριστικά καταλύματα όλων των βαθμίδων και σε συνεργασία με τους φορείς του τουρισμού. Η προώθηση προϊόντων στο πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό των τουριστών αποτελεί μια πολιτική που οφείλουμε να προσέξουμε. Σε περιοχές της Κρήτης ανάλογα εγχειρήματα στέφθηκαν με επιτυχία και το ίδιο μπορεί να συμβεί στην Αττική με την ανθοκομία που είναι είναι ισχυρή, όπως και τα κηπευτικά, κυρίως στον Μαραθώνα.

Ευκαιρίες υπάρχουν, αρκεί να τις δούμε και να τις ιεραρχήσουμε. Η διατήρηση της «γεωργικής γης» στη Περιφέρεια θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα. Όπως βασική προτεραιότητα πρέπει να είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση των αγροτών, η μέριμνα για τους νέους αγρότες στους οποίου οφείλουμε να παράσχουμε κάθε δυνατό «εργαλείο» με την κλασική αλλά και την ψηφιακή έννοια αξιοποιώντας και το γνωσιακό δυναμικό των γεωργικών σχολών που βρίσκονται στα όριά μας. Βιώνουμε τα πρώτα, και εύχομαι σύντομα να γίνουν τα τελευταία και παροδικά στάδια μιας πρωτόγνωρης επισιτιστικής κρίσης. Μιας κρίσης που έβαλε στο κάδρο αίφνης κάθε σπιθαμή καλλιεργήσιμης γης στην Ευρώπη απ’ άκρου σ’ άκρο. Κατά συνέπεια η διατήρηση της «γεωργικής γης» στη Περιφέρεια θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα. Άλλη μία προτεραιότητα αφορά στην αξιοποίηση κάθε δυνατού χρηματοδοτικού εργαλείου, είτε αυτό προσφέρεται στην Ελλάδα είτε σε επίπεδο ΕΕ. Κατά συνέπεια θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα «one spot shop», όπου θα περιέχεται η γνώση στους ενδιαφερόμενους αφ’ ενός, αλλά και η στήριξη της Περιφέρειας σε ρεαλιστικά προγράμματα αξιοποίηση της γεωργικής γης, της ελαφράς μεταποίησης και τυποποίησης αγροτικών προϊόντων. Τα επίσημα στοιχεία για την Περιφέρεια Αττικής σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή είναι πως 44.412 απασχολούνται στην Γεωργία και την Κτηνοτροφία, το σύνολο της καλλιεργούμενης γεωργικής γης και των εκτάσεων σε αγρανάπαυση είναι 340.413 στρέμματα, σε 23.336 στρέμματα καλλιεργούνται λαχανικά και κηπευτικά και σε 1.163 στρέμματα καλλιεργείται μαλακό σιτάρι με παραγωγή 429 τόνων.

Στο πλαίσιο άσκησης ολιστικής πολιτικής οφείλουμε να σχηματοποιήσουμε ένα «μηχανισμό ανάσχεσης της απογοήτευσης» που δικαιολογημένα σήμερα διακατέχει μεγάλο μέρος των αγροτών. Οι αυξανόμενοι λογαριασμοί ενέργειας κλιμακώνουν το κόστος παραγωγής λιπασμάτων και μεταφοράς αγαθών σε όλο τον κόσμο οδηγώντας σε εξελίξεις που θυμίζουν εκείνες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια των επισιτιστικών κρίσεων του 2008 και του 2011. Είναι προφανές ότι ο επηρεασμός πλέον ξεκινάει από το χωράφι για να φτάσει μέχρι το «πιρούνι» του καταναλωτή.

Τέλος, ως προς το βιώσιμο τρόφιμο «κλειδί» για τον βιώσιμο μετασχηματισμό θα αποτελέσει η συνεργασία δημοσίων αρχών, επιχειρήσεων και των πολιτών. Στην χώρα μας, η υλοποίηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής «Farm to Fork» αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τις δραστηριότητες του σημαντικότερου, από πλευράς αριθμού επιχειρήσεων και απασχολούμενων, κλάδου της μεταποίησης, αλλά και τις διατροφικές και καταναλωτικές μας συνήθειες καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τα τρόφιμα ως απόβλητα. Ο λόγος εδώ γίνεται για μια μορφή «κυκλικής οικονομίας» με σταδιακή αναδιαμόρφωση των παραμέτρων που θα επηρεάσουν και θα αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες της αγροδιατροφής στην Αττική.