Πώς η ακραία ζέστη «απειλεί» την ιταλική παρμεζάνα

«Η ακραία ζέστη επηρεάζει την ποιότητα και την ποσότητα του γάλακτος»
Με τον υδράργυρο να ξεπερνά τους 40 βαθμούς Κελσίου σε περιοχές της γειτονικής Ιταλίας, την «πατρίδα» της παρμεζάνας οι αγελάδες τρώνε λιγότερο, ξεκουράζονται περισσότερο και παράγουν έως και 10% λιγότερο γάλα. Το γάλα αυτό, μαζί με το αλάτι και την πυτιά, αποτελούν τα μοναδικά συστατικά της αυθεντικής παρμεζάνας.
«Η ακραία ζέστη επηρεάζει τόσο την ποιότητα όσο και την ποσότητα του γάλακτος», δήλωσε στο Reuters ο Νικόλα Μπερτινέλι, πρόεδρος της Κοινοπραξίας Parmigiano Reggiano και επικεφαλής της γαλακτοκομικής φάρμας που ίδρυσε η οικογένειά του το 1895 στα περίχωρα της Πάρμας.
Η παραγωγή της γνήσιας παρμεζάνας επιτρέπεται αποκλειστικά σε πέντε επαρχίες, κυρίως στην Εμίλια-Ρομάνια, ενώ οι αγελάδες πρέπει να τρέφονται μόνο με γρασίδι και σανό που καλλιεργούνται τοπικά. «Αν δεν βρέξει, δεν φυτρώνει γρασίδι, δεν παράγεται σανός και είναι αδύνατον να εξασφαλιστεί το γάλα που χρειάζεται για τη δημιουργία του τυριού», σημείωσε ο 54χρονος Μπερτινέλι.
Πολλοί παραγωγοί προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τη ζέστη, εγκαθιστούν ανεμιστήρες και συστήματα τεχνητής νεφοποίησης, αυξάνοντας όμως σημαντικά την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Οι αυξημένοι λογαριασμοί πλήττουν και τις αποθήκες, όπου τα κεφάλια του τυριού ωριμάζουν για τουλάχιστον 12 μήνες — και σε ορισμένες περιπτώσεις έως και τρία χρόνια.
Ο Πάολο Γκαντζέρλι, διευθυντής διεθνών πωλήσεων στον όμιλο τροφίμων GranTerre — που κατέγραψε ενοποιημένα έσοδα 1,87 δισ. ευρώ το 2025 — εξέφρασε την ανησυχία του για το αυξανόμενο κόστος. «Αν τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποκτήσουν μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση, θα επηρεάσουν σίγουρα τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα του γάλακτος, αλλά κυρίως θα οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές και έξοδα», ανέφερε.
Η βιομηχανία της παρμεζάνας αποφέρει ετήσια έσοδα που εκτιμώνται σε 4,5 δισ. ευρώ, απασχολώντας χιλιάδες εργαζόμενους και αποτελώντας βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Το 2025, οι εξαγωγές του τυριού αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% των παγκόσμιων πωλήσεών του, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παραμένουν η μεγαλύτερη αγορά του εξωτερικού.
Με πληροφορίες από Reuters
Ακολουθήστε το foodlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις










