ΜΑΚΒΕΛ: Πού ποντάρει για νέο ρεκόρ πωλήσεων το 2026 – Πώς αναπτύσσεται η κατηγορία «χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη»

Στην ελληνική αγορά, η EURIMAC διαθέτει μερίδιο περίπου 30%, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας όσο και μέσω των δικών της brands, με κυρίαρχο το ΜΑΚΒΕΛ
Μέσα σε έναν χρόνο από το λανσάρισμά της, η σειρά ζυμαρικών Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη της ΜΑΚΒΕΛ, με τέσσερις μόλις κωδικούς, έχει κατάφερε να αποσπάσει μερίδιο 0,6% σε όγκο στην αγορά. Για τη ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC η συγκεκριμένη κατηγορία εμφανίζει σημαντική δυναμική, καθώς ανταποκρίνεται στις ανάγκες τόσο των καταναλωτών που αναζητούν προϊόντα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, όσο και εκείνων που θέλουν να ακολουθήσουν πιο ισορροπημένη διατροφή. Την ίδια στιγμή η εταιρεία εστιάζει και στην εξωστρέφειά της. Άλλωστε η EURIMAC παράγει σήμερα το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες και περίπου το 55% των πωλήσεών της προέρχεται από τις διεθνείς αγορές.
«Εστιάζουμε στις εξαγωγές καθώς υπάρχει η παγκόσμια ζήτηση αλλά και στην ανάπτυξη του brand ΜΑΚΒΕΛ, τόσο μέσω της σειράς «χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη» όσο και μέσω τη δημοσιοποίησης της μεθόδου με την οποία παράγουμε τα ζυμαρικά, με τη μέθοδο της αργής ξήρανσης» σημείωσε ο κ. Οδυσσέας Παπαδόπουλος, CEO της ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC στο πλαίσιο δημοσιογραφικής επίσκεψης στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Κιλκίς.
Στην ελληνική αγορά, η EURIMAC διαθέτει μερίδιο περίπου 30%, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας όσο και μέσω των δικών της brands, με κυρίαρχο το ΜΑΚΒΕΛ. Μάλιστα το συγκεκριμένο brand, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη σε σχέση με τη συνολική αγορά. Ενδεικτικά, από το 2022 έως το 2025, η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ σημείωσε ανάπτυξη 77,2%.
Η πορεία το 2025 και ο στόχος του 2026
Το προηγούμενο έτος, με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν, αποτέλεσε για την EURIMAC μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της. Όπως σημείωσε η διοίκησή της, επέλεξε συνειδητά να δώσει προτεραιότητα στο μακροπρόθεσμο όφελος και στη σταθερή ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής της βάσης. Επιλέγοντας να μην προχωρήσει άμεσα σε συνεργασίες που θα μπορούσαν να πιέσουν τη λειτουργία της επιχείρησης προτού ολοκληρωθεί το βασικό επενδυτικό της πλάνο ύψους 26 εκατ. ευρώ με ορίζοντα το τέλος του 2026.
Οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Τα EBITDA ανήλθαν σε 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα μετά από φόρους διαμορφώθηκε στα 8,63 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 10,70 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Για το 2026, η διοίκηση της εταιρείας εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι οι πωλήσεις σε όγκο θα ξεπεράσουν ακόμη το ιστορικά υψηλό του 2024, όταν είχαν διαμορφωθεί στους στους 76.200 τόνους. Ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους.
Νέοι κωδικοί στη σειρά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη
Η ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC ήταν από τις πρώτες που επένδυσαν σε προϊόντα ολικής άλεσης, σε ζυμαρικά με περισσότερα δημητριακά και σε λύσεις ταχείας προετοιμασίας, ακολουθώντας τις σύγχρονες διατροφικές ανάγκες. Σημαντικό ορόσημο ωστόσο στον τομέα της καινοτομίας ήταν το 2024 με την κυκλοφορία της σειράς ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη, η οποία βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αυστηρά πρωτόκολλα και σε συνεργασία με εξειδικευμένα εργαστήρια. Παράλληλα τα συγκεκριμένα προϊόντα δημιουργούν αίσθημα κορεσμού χωρίς να δημιουργούν αίσθημα βάρους. Η αρχή έγινε με 4 κωδικούς, προστίθενται άμεσα ακόμη δύο και αργότερα σχεδιάζεται ακόμη ένας.
Με ιστορία από το 1939
Η ΜΑΚΒΕΛ έκανε τα πρώτα της βήματα στην ελληνική αγορά ζυμαρικών το 1939. Οι πρώτες εξαγωγικές κινήσεις πραγματοποιήθηκαν ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, καθώς η εταιρεία αντιλήφθηκε νωρίς τη σημασία της διεθνούς παρουσίας.
Καθοριστικό σημείο στην πορεία της επιχείρησης υπήρξε το 1996, όταν πραγματοποιήθηκε η συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa, οδηγώντας στη δημιουργία της EURIMAC. Η σύμπραξη σηματοδότησε την ένωση δύο διαφορετικών αλλά συμπληρωματικών κόσμων: της ελληνικής εμπειρίας στην παραγωγή ζυμαρικών και της ιταλικής τεχνογνωσίας στον τομέα των αγροτικών προϊόντων και της βιομηχανικής επεξεργασίας. Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με την ιστορία που συχνά αναφέρεται, «σφραγίστηκε» πάνω σε μία χαρτοπετσέτα σε ψαροταβέρνα, αποτυπώνει τη σημασία που είχε και συνεχίζει να έχει για τη διοίκηση η προσωπική σχέση, η ειλικρίνεια και η εμπιστοσύνη.
Το 2007 κατασκευάστηκε ο ιδιόκτητος μύλος της, οδηγώντας σε καθετοποίηση της λειτουργίας της. Η κίνηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο καλύτερης κοστολογικής διαχείρισης, αλλά και ουσιαστικότερης γνώσης και ελέγχου της πρώτης ύλης. Σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας της εταιρείας είναι η αξιοποίηση αποκλειστικά ελληνικού σκληρού σίτου. Η επιλογή αυτή στηρίζει την εγχώρια αγροτική παραγωγή, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με τους συνεργαζόμενους παραγωγούς και ταυτόχρονα συμβάλλει στη διατήρηση σταθερών ποιοτικών προδιαγραφών. Η εταιρεία χρησιμοποιεί επίσης νερό που προέρχεται από τον υδροφόρο ορίζοντα του όρους Μπέλλες, με εξαιρετικά χαρακτηριστικά που έχουν επιβεβαιωθεί μέσα από πανεπιστημιακή έρευνα.
Τα τελευταία χρόνια, η EURIMAC έχει επενδύσει έντονα και στην τεχνολογία. Από το 2020 χρησιμοποιεί συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες στα σιλό αποθήκευσης σίτου, με στόχο την προστασία της ποιότητας της πρώτης ύλης και την έγκαιρη πρόληψη οποιασδήποτε πιθανής αλλοίωσης. Παράλληλα, μέσω εξειδικευμένου λογισμικού, υποστηρίζει τους συνεργαζόμενους αγρότες στην επιλογή βέλτιστων πρακτικών καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη το έδαφος, τις καιρικές συνθήκες και άλλες κρίσιμες παραμέτρους.
Η βιωσιμότητα αποτελεί έναν ακόμη βασικό πυλώνα της στρατηγικής της εταιρείας. Το 2013 κατασκευάστηκε η μονάδα καύσης βιομάζας για την παραγωγή θερμικής ενέργειας του εργοστασίου, μία πρωτοβουλία ιδιαίτερα προχωρημένη για τα δεδομένα της εποχής. Παράλληλα, η εταιρεία αξιοποιεί ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ανακυκλώσιμα υλικά συσκευασίας και εφαρμόζει τη φιλοσοφία μηδενικών αποβλήτων προς ταφή. Η προσπάθεια αυτή οδήγησε σε μία εξαιρετικά σημαντική διάκριση: η EURIMAC πιστοποιήθηκε στο ανώτατο επίπεδο Platinum για το zero waste to landfill, αποτελώντας την πρώτη εταιρεία τροφίμων στην Ελλάδα και τη μοναδική εταιρεία του μεγέθους της που έχει πετύχει πραγματικά μηδενικά απόβλητα.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, τις επενδύσεις και τις διακρίσεις, η EURIMAC δίνει ιδιαίτερη σημασία στον άνθρωπο. Το 97% των εργαζομένων της προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, γεγονός που αποδεικνύει τη σύνδεση της εταιρείας με την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, αναπτύσσεται έντονη δράση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, με πρωτοβουλίες που αφορούν την εκπαίδευση, την υγεία, το περιβάλλον, τον αθλητισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Ακολουθήστε το foodlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις










